Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

couramment στα ελληνικά
couramment
λέγεται
κουραμάν
.
couramment
σημαίνει στα ελληνικά
άπταιστα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- index couramment cumule : τρέχον συσσωρευτικό ευρετήριο
Subscribe
0 Comments


