Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

court στα ελληνικά
court
λέγεται
κουρ
.
court
σημαίνει στα ελληνικά
κοντός / βραχύς / σύντομος / μικρός / κοντινός / κοφτά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- usuel / courant : Συμβατικός
- court : ψιλό / λιγνό
- écart de cotation (Preferred) / marge : περιθώριο
- TERst / rapport toxicité alimentaire à court terme : TERst / λόγος βραχυπρόθεσμης τοξικότητας δια της τροφής
- encours / solde : ανεξόφλητα ποσά
- ECTS / système européen de transfert de crédits d'enseignement : Ευρωπαϊκό σύστημα κατοχύρωσης μαθημάτων / Ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς διδακτικών μονάδων
- cours / valeur du cours : αγοραία αξία / χρηματιστηριακή αξία
- short / culotte courte : σορτς / κοντό παντελόνι
- cours : προτεινόμενη στο χρηματιστήριο τιμή μιάς αξίας
- cours : χρηματιστηριακή τιμή / επίσημη τιμή στην αγορά
Subscribe
0 Comments


