Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

creux στα ελληνικά
creux
λέγεται
κρε
.
creux
σημαίνει στα ελληνικά
κούφιος / βαθύς / βαθούλωμα / κάμψη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- creux : βύθισμα
- creux : αυλάκι / κανάλι
- creux / saillie : ύψος ποδιού δοντιού / ύψος κεφαλής δοντιού
- creux : κοιλότητα / χαμηλή στάθμη αγοράς
- creux : κοίλωμα
- creux : βάθος πλοίου
- creux / dégagement : διάκενον
- creux / entre-dent : χώρος αποβλίττων / αυλάκωση μεταξύ οδόντων
- creux : κοιλάδα
Subscribe
0 Comments


