Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cric στα ελληνικά
cric
λέγεται
κρικ
.
cric
σημαίνει στα ελληνικά
γρύλος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cric : γρύλλος
- cric : γρύλος
- CRIC / Centre rééducation invalides civils : Κέντρο Επανεκπαίδευσης Ανάπηρων Πολιτών
- cric à main : χειροκίνητος γρύλος
- cric de voie / relève-rails : γρύλλος / ανυψωτήρας σιδηροτροχιάς
- levé par cric / levé par vérin : ανυψωμένος με γρύλους
- cric chargeur : φορτωτής
- cric de levage : γρύλος ανύψωσης
- cric forestier : μετατοπιστής
Subscribe
0 Comments


