Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

croisé στα ελληνικά
croisé
λέγεται
κρουαζέ
.
croisé
σημαίνει στα ελληνικά
σταυροφόρος / σταυρωτός / mots croisés σταυρόλεξο / jambes croisées σταυροπόδι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- croisé : χιαστός / σταυρωτός
- croisé / batavia : δίμιττο ύφασμα
- croisé : διαγωνάλ
- sergé / croisé : διαγωνάλ
- dénim / croisé de coton : ντενίμ
- serge / étoffe de laine croisée : σάϊα / ψαροκόκκαλο
- croiser : διασταυρώνω
- palourde / MUL : CTG / κυδώνι
- réticule / fils croisés du réticule : σταυρόνημα
Subscribe
0 Comments


