Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

croissance στα ελληνικά
croissance
λέγεται
κρουασάνς
.
croissance
σημαίνει στα ελληνικά
ανάπτυξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- croissance : αύξηση / ανάπτυξη
- croissance : ανάπτυξη
- croissance / accroissement : αύξηση
- auxopathie / trouble de croissance : αυξοπάθεια
- croissance : ανάπτυξη / μεγέθυνση
- méthode EFG / croissance à partir d'un film délimité par un contour : μέθοδος EFG
- phytohormone / substance de croissance : φυτορμόνη / αυξητική ουσία
- somatotrophine (Preferred) / somatotropine : σωματοτροπίνη / αυξητική ορμόνη
- BRIDGE / Recherches biotechnologiques pour l'innovation, le développement et la croissance en Europe : BRIDGE / ειδικό πρόγραμμα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης στον τομέα της βιοτεχνολογίας
- valeur vedette / valeur d'avenir : μετοχές σε επιχείρηση με προοπτικές ανάπτυξης
Subscribe
0 Comments


