Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

croquer στα ελληνικά
croquer
λέγεται
κροκέ
.
croquer
σημαίνει στα ελληνικά
δαγκώνω / τρώω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- croquer : κερματίζω
- fendre / gruger : Σπάσιμο από ρωγμή
- croquer : να κοπεί ζικ-ζακ / να κοπεί οδοντωτά
- bord croqué : οδοντωτή ούγια / χείλος ζικ-ζακ
- treillis croqué : Kατσαρομένο πλέγμα σύρματος
- biscuit croquant / croquet aux aromates : μπισκοτάκια ορεκτικά
- comprimé à croquer : Μασώμενο δισκίο
Subscribe
0 Comments


