Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

croûte στα ελληνικά
croûte
λέγεται
κρουτ
.
croûte
σημαίνει στα ελληνικά
κόρα / καύκαλο / κρούστα / φλοιός / casser Ia croûte κολατσίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- croûte / plomber : επιφανειακή κρούστα
- croûte : φλοιός / κρούστα
- croûte : κρούστα
- croûte / croûte phlogistique : φλεγμονώδης πλακούς
- croûte : εσχάρα / εφελκίς
- dartre / croûte de noir : μαύρη κρούστα
- gourme / croûte de lait : σμηγματόρροια του τριχωτού της κεφαλής των νεογνών
- croûte rouge / escarre rouge : ερυθρός φλοιός
Subscribe
0 Comments


