Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

croyance στα ελληνικά
croyance
λέγεται
κρουαγιάνς
.
croyance
σημαίνει στα ελληνικά
πίστη / φρόνημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- croyance : πίστη
- croyance / mesure de croyance : πεποίθηση
- liberté du culte / liberté de croyance : ελευθερία λατρείας / ελευθερία συνειδήσεως
- degré de croyance : βαθμός βεβαιότητας
- révision des croyances / système à maintenance de croyance : αναθεώρηση πεποίθησης / σύστημα διατήρησης της αλήθειας
- sans distinction de race, de croyance ou de sexe : χωρίς διάκριση φυλής, θρησκείας ή φύλου
- sans distinction de race, de croyance ou de sexe : αδιακρίτως φυλής, θρησκευτικών πεποιθήσεων ή φύλου
Subscribe
0 Comments


