Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

crucial στα ελληνικά
crucial
λέγεται
κρυσιάλ
.
crucial
σημαίνει στα ελληνικά
αποφασιστικός / κύριος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- expérience cruciale : εξακριβωθέν πείραμα / διασταυρωμένο πείραμα
Subscribe
0 Comments


