Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cumuler στα ελληνικά
cumuler
λέγεται
κυμυλέ
.
cumuler
σημαίνει στα ελληνικά
συσσωρεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cumulant / semi-invariant : αθροιστικός / ημιαναλλοίωτος
- dose cumulée / dose cumulative : αθροιστική δόση / συσσωρευμένη δόση
- dose cumulée : δόση
- dose cumulée / dose absorbée cumulée : αθροιστική απορροφούμενη δόση
- écart cumulé : αθροιστική απόκλιση
- retard cumulé : τελική καθυστέρηση / ),$&" !c καθυστέρηση
- dose cumulée : αθροιστική δόση
- courbe cumulée : αθροιστική καμπύλη / αθροιστικό διάγραμμα
- courbe de masse / courbe des valeurs cumulées : αθροιστική καμπύλη
- graphique Cusum / carte à somme cumulée : αθροιστικός χάρτης
Subscribe
0 Comments


