Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

curetage στα ελληνικά
curetage
λέγεται
κυρτάζ
.
curetage
σημαίνει στα ελληνικά
απόξεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- curetage / curettage : απόξεση / απόξεση μήτρας
- curetage / curettage : απόξεση
- curetage manuel / curettage manuel : απόξεση με το χέρι
- curetage du sabot : καθαρισμός της οπλής / καθαρισμός του πέλματος
- curetage bronchique / curettage bronchique : βρογχική απόξεση
- curetage d'une cavité / curettage d'une cavité : απόξεση / αφαίρεση με κοχλιάριο
- curetage après avortement / curettage après avortement : απόξεσις μετά την έκτρωση
- curetage du sinus maxillaire / curettage du sinus maxillaire : εγχείρηση του σιαγόνιου κόλπου / καθάρισμα του σιαγόνιου κόλπου
Subscribe
0 Comments


