Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

débiter στα ελληνικά
débiter
λέγεται
ντεμπιτέ
.
débiter
σημαίνει στα ελληνικά
λιανίζω / χρεώνω / αραδιάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- débiter : τεμαχίζω
- débit / types de débits : τύποι πριστής ξυλείας
- tronçonner / débiter en tranches : κόβω σε φέτες
- bois débité / bois de construction : ξυλεία πριστή
- placage scié / placage débité : καπλαμάς πριονοκοπής
- placage scié / placage débité : πριονισμένος καπλαμάς / τεμαχισμένος καπλαμάς
- bois spéciaux / bois débités à la demande : ξύλα ειδικών διαστάσεων(κατά παραγγελίαν)
- énergie débitée : παρεχόμενη ενέργεια / αποδιδόμενη ενέργεια
- partie à débiter : χρεούμενος / χρεούμενο μέρος
- débiter en filets : κόβω σε φιλέτα
Subscribe
0 Comments


