Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

débourser στα ελληνικά
débourser
λέγεται
ντεμπουρσέ
.
débourser
σημαίνει στα ελληνικά
πληρώνω / καταβάλλω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
