Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décisif στα ελληνικά
décisif
λέγεται
ντεσιζίφ
.
décisif
σημαίνει στα ελληνικά
αποφασιστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- essai décisif : αποφασιστική δοκιμή
- régime juridique décisif des actes administratifs : κρίσιμο νομικό καθεστώς των διοικητικών πράξεων
- découverte d'un fait de nature à exercer une influence décisive et qui était inconnu de la Cour : καθίσταται γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο
Subscribe
0 Comments


