Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

déclencher στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
déclencher
λέγεται
ντεκλανσέ
.
déclencher
σημαίνει στα ελληνικά
αρχίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • déclencher : το αποζεύγνειν / το αποσυνδέειν
  • déclencher : να ανοίξει / να ανοίξει ο διακόπτης κυκλώματος
  • dégager / débrayer : αποσυμπλέκω
  • invoquer / déclencher : επίκληση
  • déclencher : πυροδότηση
  • laser Q-switch / laser déclenché : λέιζερ με μεταγωγή Q
  • état déclenché : κατάσταση αγωγής / κατάσταση έναυσης
  • tonneau déclenché : ταχεία περιστροφή / ταχύς διατοιχισμός
  • balayage déclenché : σάρωση σκανδαλισμού
  • état non déclenché : κατάσταση "μη κρατήσεως"

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments