Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déclencher στα ελληνικά
déclencher
λέγεται
ντεκλανσέ
.
déclencher
σημαίνει στα ελληνικά
αρχίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- déclencher : το αποζεύγνειν / το αποσυνδέειν
- déclencher : να ανοίξει / να ανοίξει ο διακόπτης κυκλώματος
- dégager / débrayer : αποσυμπλέκω
- invoquer / déclencher : επίκληση
- déclencher : πυροδότηση
- laser Q-switch / laser déclenché : λέιζερ με μεταγωγή Q
- état déclenché : κατάσταση αγωγής / κατάσταση έναυσης
- tonneau déclenché : ταχεία περιστροφή / ταχύς διατοιχισμός
- balayage déclenché : σάρωση σκανδαλισμού
- état non déclenché : κατάσταση "μη κρατήσεως"
Subscribe
0 Comments


