Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décourager στα ελληνικά
décourager
λέγεται
ντεκουραζέ
.
décourager
σημαίνει στα ελληνικά
απογοητεύω / αποθαρρύνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- frein / mesure de freinage : αντικίνητρο
- plateforme européenne afin de renforcer la coopération dans la lutte contre le travail non déclaré / plateforme européenne visant à lutter contre le travail non déclaré : ευρωπαϊκή πλατφόρμα με σκοπό την ενίσχυση της συνεργασίας προς αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας / ευρωπαϊκή πλατφόρμα με σκοπό την ενίσχυση της συνεργασίας για την πρόληψη και την αποτροπή της αδήλωτης εργασίας
Subscribe
0 Comments


