Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déductible στα ελληνικά
déductible
λέγεται
ντεντυκτίμπλ
.
déductible
σημαίνει στα ελληνικά
αφαιρέσιμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- déductible : εκπιπτέα δαπάνη
- TVA déductible : εκπεστέος ΦΠΑ
- revenu déductible : εισόδημα που τυγχάνει φορολογικής απαλλαγής
- article déductible : συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που πληρώνει το υπερβάλλον ενός ορισμένου ποσού
- TVA non-déductible : μη εκπεστέος ΦΠΑ
- provision déductible : εκπιπτόμενη πρόβλεψη
- charge non déductible : μη εκπιπτόμενη δαπάνη
- charges non déductibles : έξοδα που δεν εκπίπτουν
- perte déductible des bénéfices : ζημία που μπορεί να συμψηφιστεί με τα κέρδη
- comptabilité hors TVA déductible : λογιστικό σύστημα που χρησιμοποιεί αξίες στις οποίες δεν περιλαμβάνεται ο εκπεστέος ΦΠΑ
Subscribe
0 Comments


