Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

définir στα ελληνικά
définir
λέγεται
ντεφινίρ
.
définir
σημαίνει στα ελληνικά
καθορίζω / ερμηνεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Kosovo / Kosovo selon le statut défini par la résolution 1244 du Conseil de sécurité des Nations unies : Κοσσυφοπέδιο / Κοσσυφοπέδιο, όπως ορίζεται στην απόφαση 1244 του ΣΑ των ΗΕ
- PDAD / point défini après le décollage : DPATO / καθορισμένο σημείο μετά την απογείωση
- objectif du Millénaire pour le développement (Preferred) / OMD : ΑΣΧ / αναπτυξιακοί στόχοι της Χιλιετίας
- accord de Bonn / Accord sur les arrangements provisoires applicables en Afghanistan en attendant le rétablissement d'institutions étatiques permanentes : συμφωνία περί του καθορισμού των προσωρινών ρυθμίσεων στο Αφγανιστάν, μέχρις ότου αποκατασταθούν μόνιμοι πολιτειακοί θεσμοί
- boucle définie / boucle itérative : επαναληπτικός βρόχος
- variable définie : ορισθείσα μεταβλητή
- traitement défini : καθορισμένη κατεργασία
- réassurance finite / réassurance à risque maximum défini : αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου
- variable indéfinie / variable non définie : μεταβλητή χωρίς τιμή / ακαθόριστη τιμή μεταβλητής
- dissuasion définie : περιορισμένη αποτροπή
Subscribe
0 Comments


