Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

défluent στα ελληνικά
défluent
λέγεται
ντεφλυάν
.
défluent
σημαίνει στα ελληνικά
παραπόταμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- défluent / bifurcation de rivière : βραχίονας / διακλάδωση ποταμού
- faux bras / faux défluent : τυφλός βραχίονας ποταμού
- bras mort / défluent sans exutoire : τυφλός βραχίων ποταμού
Subscribe
0 Comments


