Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

défricher στα ελληνικά
défricher
λέγεται
ντεφρισέ
.
défricher
σημαίνει στα ελληνικά
ξελογγώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- culture sur défriche : εκχερσωμένη καλλιέργεια
- culture dérobée pour vignes défrichées : ενδιάμεση καλλιέργεια για εκχερσωμένα αμπέλια
Subscribe
0 Comments


