Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dégarnir στα ελληνικά
dégarnir
λέγεται
ντεγκαρνίρ
.
dégarnir
σημαίνει στα ελληνικά
απογυμνώνω / se dégarnir καραφλιάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- NOD / bocassette dégarnie : αφαίρεση υλικού πλήρωσης αρμού
- bocasette dégarnie : νοτοθένια
- machine à dégarnir les rouleaux encreurs de gélatine : μηχανή αφαίρεσης ζελατίνης στους μελανωτήρες
Subscribe
0 Comments


