Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

délimitation στα ελληνικά
délimitation
λέγεται
ντελιμιτασιόν
.
délimitation
σημαίνει στα ελληνικά
οριοθέτηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- délimitation : οριοθέτηση
- délimitation : καθορισμός
- délimitation : περίφραξη / οριοθέτηση
- borne de surface / borne de délimitation de mine : σταθερό ορόσημο πεδίου εκμετάλλευσης
- sculpter une dent / délimitation des contours : διαμόρφωση του οδόντος
- feux de délimitation : οριοθετικά φώτα
- zone de delimitation : περιοχή περιθωρίου
- ligne de délimitation : γραμμή οριοθέτησης
- piquet de délimitation : πάσσαλος οριοσήμανσης
- modèle de délimitation : μοντέλο οριοθέτησης
Subscribe
0 Comments


