Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dénudé στα ελληνικά
dénudé
λέγεται
ντενυντέ
.
dénudé
σημαίνει στα ελληνικά
γυμνός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dénudé : απογυμνωμένο / απογυμνωμένο καλώδιο
- barren / terre dénudée : χέρσον έδαφος
- zone dénudée : απογυμνωμένη ζώνη
- tringle dénudée : απογυμνωμένο σύρμα χείλους επισώτρου
- pince à dénuder : απογυμνωτής καλωδίων
- zone dénudée exempte de défaut : ζώνη απογύμνωσης χωρίς ελαττώματα
Subscribe
0 Comments


