Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déplacer στα ελληνικά
déplacer
λέγεται
ντεπλασέ
.
déplacer
σημαίνει στα ελληνικά
μετακινώ / μεταθέτω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- déplacer : μεταθέτω
- déplacer / changer la position : μεταθέτω / μετατοπίζω
- déplacé / personne déplacée : εκτοπισθείς
- déplacé / personne déplacée : εκτοπισμένο άτομο
- Service de protection des personnes déplacées / DPPU : Μονάδα Προστασίας Εκτοπισμένων
- fil déplacé / spire déplacée : μετατοπισμένο σύρμα
- PDI / déplacé interne : εσωτερικά εκτοπισμένο άτομο / εκτοπισθείς στο εσωτερικό χώρας
- réinstallation : επανεγκατάσταση
- personne déplacée : εκτοπισθείς / εκτοπισμένος
Subscribe
0 Comments


