Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

détendre στα ελληνικά
détendre
λέγεται
ντετάνντρ
.
détendre
σημαίνει στα ελληνικά
εκτονώνω / χαλαρώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- duite détendue : χαλαρή υφαδιά
- vapeur détendue : εκτονώμενος ατμός
- pression détendue : υποβιβασμένη πίεση
- air détendu respiratoire : εκτονωμένος αναπνεύσιμος αέρας
Subscribe
0 Comments


