Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

deuil στα ελληνικά
deuil
λέγεται
ντέιγ
.
deuil
σημαίνει στα ελληνικά
πένθος / porter Ie deuil φοράω μαύρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- deuil : πένθος
- voile de deuil : βέλο πένθους
- vêtement de deuil : πένθιμο ρούχο
Subscribe
0 Comments


