Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

devanture στα ελληνικά
devanture
λέγεται
ντεβαντύρ
.
devanture
σημαίνει στα ελληνικά
πρόσοψη / βιτρίνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- devanture / brique de logis : άνω δομή φούρνου / τοίχος φράξης ανοιγμάτων
- devanture frigorifique : ψυχόμενη βιτρίνα / ψυχόμενη πρόσοψη
Subscribe
0 Comments


