Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dévêtir στα ελληνικά
dévêtir
λέγεται
ντεβετίρ
.
dévêtir
σημαίνει στα ελληνικά
ξεντύνω / γδύνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
