Dictionnaire gratuit

Mετάφραση

Translations database

Search
Generic filters
Filter by Custom Post Type
Filter by Categories
ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό
MINI dictionnaire grec-français Rosgovas
Αγγλοαραβικό λεξικό
Γαλλο αραβικό λεξικό
Dictionnaire allemand-anglais
Dictionnaire anglais-allemand
Dictionnaire français-anglais
Dictionnaire suédois-anglais
Dictionnaire anglais-espagnol
Dictionnaire espagnol-anglais

A fortiori στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

A fortiori
σημαίνει στα αραβικά
loc. adv. •à plus forte raison بالأحرى
.

(more…)

0

A posteriori στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

A posteriori
σημαίνει στα αραβικά
loc. adv. et adj. inv. • En se fondant sur l’expérience / sur les faits استدلالياً، تعبيرّياً
.

(more…)

0

A priori στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

A priori
σημαίνει στα αραβικά
loc. adv. • Au premier abord أوَّلِيَّاً، قَبْلِياً
.

(more…)

0

À-côté στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

À-côté
σημαίνει στα αραβικά
n. m. • Secondaire ثانوي، مُتَفَرع مٍن
.

(more…)

0

A-peu-près στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

A-peu-près
σημαίνει στα αραβικά
n. m. inv. • Approximation • ce qui est incomplet تقريباً، على وجه التقريب
.

(more…)

0

A-propos στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

A-propos
σημαίνει στα αραβικά
n. m. inv. • Ce qui vient en temps convenable • pièce de théâtre لائق، مناسب مَسْرحية
.

(more…)

0

A-valoir στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

A-valoir
σημαίνει στα αραβικά
n. m. inv. • Paiement en déduction d’une créance دُفْعَة على الحساب
.

(more…)

0

Abaca στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

Abaca
σημαίνει στα αραβικά
n. m. • Bananier des Philippines شجرة موز تنمو في الفيليبين
.

(more…)

0

Abaissement στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

Abaissement
σημαίνει στα αραβικά
n. m. • Action d’abaisser / de s’abaisser إنْزال ، خَفْض • diminution إذلال إنقاص
.

(more…)

0

Abaisser στα αραβικά

Γαλλο αραβικό λεξικό

Abaisser
σημαίνει στα αραβικά
v. t. • Faire descendre à un niveau plus bas يَخْفض، يُنْزِل • diminuer l’importance / la valeur يُنْقِص • humilier يُذل، يَحُط مِن قَدَر Abaisser v. pr • Perdre sa dignité يَتَذَلْل، يَفْقد كرامَتَه
.

(more…)

0