Dictionnaire gratuit

Mετάφραση

Translations database

Search
Generic filters
Filter by Custom Post Type
Filter by Categories
ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό
MINI dictionnaire grec-français Rosgovas
Αγγλοαραβικό λεξικό
Γαλλο αραβικό λεξικό
Dictionnaire allemand-anglais
Dictionnaire anglais-allemand
Dictionnaire français-anglais
Dictionnaire suédois-anglais
Dictionnaire anglais-espagnol
Dictionnaire espagnol-anglais

Αïτή στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
Αïτή
λέγεται
ai’ti
.
Αïτή
σημαίνει στα γαλλικά
Haïti
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

αβαθής στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
αβαθής
λέγεται
ava’this
.
αβαθής
σημαίνει στα γαλλικά
peu profond / αβαθή ύδατα eaux basses
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

αβαθμολόγητος στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
αβαθμολόγητος
λέγεται
avathmo’lojitos
.
αβαθμολόγητος
σημαίνει στα γαλλικά
qui n’a pas eu de notes / pas noté
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

αβάντα στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
αβάντα
λέγεται
a’vada
.
αβάντα
σημαίνει στα γαλλικά
appui
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

αβαρία στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
αβαρία
λέγεται
ava’ria
.
αβαρία
σημαίνει στα γαλλικά
avarie
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

αβασάνιστα στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
αβασάνιστα
λέγεται
ava’sanista
.
αβασάνιστα
σημαίνει στα γαλλικά
sans s’en faire
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

αβάσιμος στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
αβάσιμος
λέγεται
a’vasimos
.
αβάσιμος
σημαίνει στα γαλλικά
non fondé / infondé / mal fondé / sans fondement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

αβάσταχτος στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
αβάσταχτος
λέγεται
a’vastahtos
.
αβάσταχτος
σημαίνει στα γαλλικά
intenable / insupportable
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

άβατος στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
άβατος
λέγεται
’avatos
.
άβατος
σημαίνει στα γαλλικά
impraticable / impénétrable
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0

άβαφος στα γαλλικά

MINI dictionnaire grec-français Rosgovas

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
άβαφος
λέγεται
’avafos
.
άβαφος
σημαίνει στα γαλλικά
non peint / non repeint
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

(more…)

0