Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

digérer στα ελληνικά
digérer
λέγεται
ντιζερέ
.
digérer
σημαίνει στα ελληνικά
χωνεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- digérer : πέπτω
- boue digérée : χωνε(υ)μένη ιλύς
- boue digérée : χωνεμένη ιλύς
- selles non digérées : αλκαλικά δύσοσμα κόπρανα επί χρονίας δυσπεψίας
- pompe à boues digérées : αντλία χωνεμένης λάσπης
- déshydratation des boues digérées : αφυδάτωση χωνεμένης ιλύος
- déchets digérés dans de l'acide sulfurique concentré chaud : απόβλητα χωνεμένα σε θερμό πυκνό θειικό οξύ
Subscribe
0 Comments


