Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

discrétion στα ελληνικά
discrétion
λέγεται
ντισκρεσιόν
.
discrétion
σημαίνει στα ελληνικά
εχεμύθεια / διακριτικότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- discrétion : διακριτική εξουσία
- à la discrétion de : στη διακριτική ευχέρεια
- devoir de discrétion / obligation de discrétion : υποχρέωση τήρησης του απορρήτου
- alimentation à satiété / alimentation ad libitum : ελεύθερη διατροφή / σίτιση κατά βούληση
- discrétion professionnelle : επαγγελματικό απόρρητο
- interconnexion à discrétion : διάκριτη καλωδίωση / διάκριτη συρμάτωση
- discrétion (du fonctionnaire) : εχεμύθεια (του υπαλλήλου)
- en toute loyauté,discrétion et conscience : με πίστη,εχεμύθεια και ευσυνειδησία
- exercer les fonctions en toute loyauté,discrétion et conscience : ασκώ τα καθήκοντα με πίστη,εχεμύθεια και ευσυνειδησία
Subscribe
0 Comments


