Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

distinct στα ελληνικά
distinct
λέγεται
ντιστέν
.
distinct
σημαίνει στα ελληνικά
ευδιάκριτος / ξεχωριστός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
