Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

doigté στα ελληνικά
doigté
λέγεται
ντουατέ
.
doigté
σημαίνει στα ελληνικά
δεξιοτεχνία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- exercice du doigté : εξάσκηση των δακτύλων
Subscribe
0 Comments


