Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

domination στα ελληνικά
domination
λέγεται
ντομινασιόν
.
domination
σημαίνει στα ελληνικά
κυριαρχία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- domination : επιβολή / κυριαρχία
- accord de contrôle / contrat de domination : σύμβαση ελέγχου / σύμβαση κυριαρχίας
- lien de domination : δεσμός ελέγχου / δεσμός κυριαρχίας
- domination oligopolistique : δεσπόζουσα θέση ολιγοπωλιακού χαρακτήρα
- domination économique du franchisé : οικονομική εξουσία του δικαιοπαρόχου στο δίκτυο
Subscribe
0 Comments


