Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

douche στα ελληνικά
douche
λέγεται
ντους
.
douche
σημαίνει στα ελληνικά
ντους / douche froide ψυχρολουσία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- douci / douche : ισοπέδωση
- douche : ντουσιέρα
- douches / bain-douche : αίθουσα λουτρού καταιονισμού
- lav'oeil / lave-oeil : ντους ματιών
- pare-douche : Tζαμωτό χώρισμα για ντούζ
- bain-douche : λουτρό καταιονισμού
- bac de douche : βάση για ντους
- pomme de douche : τρυπητό ντουσιέρας / κυκλικό εξόγκωμα με ντούς
- écran pare-douche : Yαλόφραξη κατεονιστήρα
- douche "sub aqua" : καταιονισμός υπό το νερό
Subscribe
0 Comments


