Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

douteux στα ελληνικά
douteux
λέγεται
ντουτέ
.
douteux
σημαίνει στα ελληνικά
αμφίβολος / ύποπτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- trèfle étalé / trèfle douteux : τριφύλλι το νηματοειδές
- actif douteux : αμφίβολης ποιότητας στοιχείο ενεργητικού
- pavot douteux : μήκων η αμφίβολη / παπάβερ το αμφίβολο
- créance douteuse : κακής ποιότητας απαίτηση
- créance douteuse : επισφαλές χρέος / επισφαλής απαίτηση
- créance douteuse : επισφαλής απαίτηση
- créance douteuse : επισφαλής οφειλή / επισφαλής απαίτηση
- position douteuse : θέση αμφίβολη
- opération douteuse / transaction suspecte : ύποπτη συναλλαγή
- existence douteuse : αμφίβολης ύπαρξης
Subscribe
0 Comments


