Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dur στα ελληνικά
dur
λέγεται
ντυρ
.
dur
σημαίνει στα ελληνικά
σκληρός / δύσκολος / σφιχτός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dur : σκληρός
- PPCN / pâte dure : σκληρό τυρί
- blocs / blocage : λιθόδεμα / σκυρόστρωμα
- blé dur / blé durum : σιτάρι σκληρό / σκληρό σιτάρι
- mi-dur : ημίσκληρος
- blé dur / froment dur : σιτάρι σκληρό / σκληρό σιτάρι
- sec dur : πλήρης ξήρανση / πλήρες στέγνωμα
- arc dur : σκληρό τόξο
- alliage dur / carbure : καρβίδιο σκληρομετάλλου
- bout dur : σκληρή μύτη / σκληρή πούντα
Subscribe
0 Comments


