Εφαρμογή του

dynamo στα ελληνικά
dynamo
λέγεται
ντιναμό
.
dynamo
σημαίνει στα ελληνικά
δυναμό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dynamo / génératrice de courant continu : δυναμό / Γεννήτρια σταθερού ρεύματος
- magnéto / dynamo-magnéto : μανιατό / μαγνητοηλεκτρική συσκευή
- collecteur / collecteur de dynamo : συλλέκτης
- lampe-dynamo : λάμπα δυναμό / δυναμοηλεκτρική λυχνία
- dynamo-frein : δυναμό πέδης / γεννήτρια πέδης
- dynamo shunt / génératrice shunt : γεννήτρια παράλληλη / γεννήτρια διακλάδωσης
- dynamo-magnéto : δυναμομαγνητοηλεκτρική μηχανή
- dynamo-magnéto : μανιατό γεννήτρια
- induit de dynamo : δυναμό / επαγώγιμο γεννήτριας
- dynamo-démarreur : γεννήτρια-εκκινητήρας
Subscribe
0 Comments