Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

écart στα ελληνικά
écart
λέγεται
εκάρ
.
écart
σημαίνει στα ελληνικά
διαφορά / απόσταση / à l’ écart παράμερα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- écart / intervalle : χρονικό διάστημα / χρονικός διαχωρισμός
- écart de cotation (Preferred) / marge : περιθώριο
- jeu / garde : Ελεύθερη συναρμογή
- écart / "spread" : άνοιγμα
- écart : κούνημα / παρέκκλιση
- écart : απόκλιση
- écart : διαφορά
- écart / spread : τεχνική spread
- écart / différentiel : απόκλιση
- écart / distance entre trains : απόσταση οχημάτων
Subscribe
0 Comments


