Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

écarter στα ελληνικά
écarter
λέγεται
εκαρτέ
.
écarter
σημαίνει στα ελληνικά
ανοίγω / παραμερίζω / κάνω πέρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- exclure / écarter : απαλείφω
- écarte-pneu : μηχάνημα που ανοίγει τα επίσωτρα
- site écarté : απορριφθείσα θέση
- main écartée : ανοικτή παλάμη
- zone écartée / région éloignée : απομακρυσμένη περιοχή
- cadre écarté : πλαίσιο με άνοιγμα / πλαίσιο με δυνατότητα επέκτασης
- wagon écarté : όχημα που έχει παραμερισθεί
- digue écartée : δεύτερον ανάχωμα
- candidat écarté : απορριφθείς υποψήφιος
- soumissionnaire écarté / soumissionnaire non retenu : απορριφθείς υποψήφιος
Subscribe
0 Comments


