Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

échalote στα ελληνικά
échalote
λέγεται
εσαλότ
.
échalote
σημαίνει στα ελληνικά
κρεμμυδάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- échalote : ασκαλώνι
- échalote : ασκαλώνιο
- échalotes : ασκαλώνια
- oignons, échalotes et aulx : κρεμμύδια, ασκαλώνια, σκόρδα
Subscribe
0 Comments


