Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

échauffement στα ελληνικά
échauffement
λέγεται
εσοφμάν
.
échauffement
σημαίνει στα ελληνικά
προθέρμανση / ζέσταμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chauffage / échauffement : θέρμανση
- échauffement : θέρμανση
- échauffement : άνοδος της θερμοκρασίας / αύξηση της θερμοκρασίας
- surchauffe / échauffement anormal : υπερθέρμανση
- loi de chauffe / loi d'échauffage : ταχύτης θερμάνσεως
- surchauffe / échauffement exagéré : υπερθέρμανση
- auto-échauffement : αυτοθέρμανση
- échauffement modéré / échauffement normal : θέρμανση / κανονική θέρμανση
- cycle d'échauffement : κύκλος προθέρμανσης
Subscribe
0 Comments


