Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

éclore στα ελληνικά
éclore
λέγεται
εκλόρ
.
éclore
σημαίνει στα ελληνικά
εκκολάπτομαι / ανοίγω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- éclore : εκκολάπτω
- poussin éclos : εκκολαπτόμενος νεοσσός
- poussins éclos : εκκολαφθείς νεοσσός
Subscribe
0 Comments


