Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

égaliser στα ελληνικά
égaliser
λέγεται
εγκαλιζέ
.
égaliser
σημαίνει στα ελληνικά
ισιώνω / ισοφαρίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- égaliser : ισοσκελίζω
- polir / lisser : λειαίνω
- croupon égalisé : ισοπαχές ραχιαίο δέρμα
- rame à égaliser : στεγνωτική μηχανή για ίσιωμα
- rame à égaliser : ράμα / στεγνωτική ευθυγράμμισης
- extrémité égalisée : εξισωμένο άκρο
- machine à égaliser le cuir : μηχανή εξομάλυνσης του δέρματος σε στρώματα
- appareil à taquer et égaliser : συσκευή για την τακτοποίηση και το ίσιωμα
- machine à égaliser les feuilles : μηχανή επίστρωσης των φύλλων
- machine à égaliser ou à refendre : μηχανή ισιώματος ή σχισίματος
Subscribe
0 Comments


