Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

égyptien στα ελληνικά
égyptien
λέγεται
εζιψιάν
.
égyptien
σημαίνει στα ελληνικά
Αιγύπτιος / αιγυπτιακός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- OEHR / Organisation égyptienne des droits de l'homme : Αιγυπτιακή Ένωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα
- JIE / Jihad islamique égyptien : Αιγυπτιακή Ισλαμική Τζιχάντ
- EGP / livre égyptienne : λίρα Αιγύπτου / αιγυπτιακή λίρα
- cigarette orientale / cigarette égyptienne : ανατολικό τσιγάρο
- maladie de Ranikhet / maladie de Newcastle : αιγυπτιακή πανώλις των ορνίθων
- hydropisie égyptienne : Αιγυπτιακός ύδρωπας / οιδηματώδης νόσος της Αιγύπτου
Subscribe
0 Comments


