Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

émail στα ελληνικά
émail
λέγεται
εμάιγ
.
émail
σημαίνει στα ελληνικά
σμάλτο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- émail : σμάλτο
- émail / glacure : σμάλτο
- émail / verre dit émail : σμάλτο / γυαλί που ονομάζεται σμάλτο
- émail / couleur vitrifiable : χρώμα υάλου / σμάλτο υάλου
- émail / émail opaque : σμάλτο / ημιδιαφανές σμάλτο
- émail : εφυάλωμα
- émail / substance adamantine : αδαμαντίνη ουσία των οδόντων
- émail : σμάλτο / εμαγίτης
- masse / émail de fond : σμάλτο της κατώτερης στρώσης
- pin-hole / trou dans l'émail : βελονοειδής οπή
Subscribe
0 Comments


