Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

émigré στα ελληνικά
émigré
λέγεται
εμιγκρέ
.
émigré
σημαίνει στα ελληνικά
μετανάστης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- émigré / émigrant : εξερχόμενος μετανάστης / μετανάστης
- émigrant : απόδημος
- rapatriement / retour au pays : επαναπατρισμός
- bateau d'émigrants : πλοίο μεταναστών
- émigré revenu au pays : παλινοστούντες μετανάστες
- envois de fonds des travailleurs émigrés / transferts de fonds des travailleurs migrants : έμβασμα μεταναστών
- Convention sur l'inspection des émigrants, 1926 (C21) / Convention concernant la simplification de l'inspection des émigrants à bord des navires : ΔΣΕ 21: Για την απλούστευση της επιθεώρησης των μεταναστών πάνω στα πλοία
- Fondation nationale pour l'accueil et la réintégration des émigrants et des rapatriés grecs : ΕΙΥΑΠΟΕ / Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Αποδήμων Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων (Obsolete)
Subscribe
0 Comments


