Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

empêchement στα ελληνικά
empêchement
λέγεται
ανπεσμάν
.
empêchement
σημαίνει στα ελληνικά
κώλυμα / εμπόδιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- empêchement : κώλυμα
- empêchement à mariage : κώλυμα γάμου
- en cas d'empêchement : σε περίπτωση κωλύματος
- empêchement simultané : ταυτόχρονο κώλυμα
- empêchement de service : κώλυμα υπηρεσίας
- empêchement de travail : κώλυμα εργασίας
- empêchement au transport : κώλυμα στη μεταφορά / πρόβλημα στη μεταφορά
- empêchement lié au lieu : κώλυμα εντοπιότητας
- empêchement professionnel : επαγγελματική αναπηρία
Subscribe
0 Comments


